"Kάποτε θα μας πνίξουν τόσα ανείπωτα λόγια"



Τάσος Λειβαδίτης







Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα real life. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα real life. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Ιανουαρίου 2012

μδ (η αγάπη θα ρθει reloaded)

"Δε σε θέλω για μένα, θέλω να είσαι καλά" είπα, και βγήκα στο φως.
Θυμάμαι γελούσες, δε σ' είδα ποτέ να γελάς. Σε σφράγισα κι έγινες πόνος μου, σε άφηνα να με πονάς κι ύστερα περίμενα να με πονέσεις πάλι. Γιατί σαν πόνος ήσουν ο μόνος που καταλάβαινε..

"Η αγάπη θα 'ρθει και θα αλλάξουμε μαζί", ακόμη το πιστεύω, στρωτά δε σου τα φέρνει η ζωή, ζει καθένας όπως μάθει..

Στο όνειρο όμως είσαι εκεί, όπως στην παλιά ταινία, δυο ξένοι που βρέθηκαν τυχαία κι έμεινε η σκιά να καρτερεί την άλλη σκιά, για τους γήινους είμαστε λειψοί κι άλλοτε σαλεμένοι..

Ένα αυτοβιός, τα κλικ αριστερά και δε θα αφήσουμε να μας νικήσει, ο πόνος είναι μύηση, μού 'χε πει, για τον Μουνκ μιλώντας, δε γίνεται να 'σαι καλλιτέχνης και να μη πονάς..

Δε μπόρεσε κανείς, μέχρι τώρα, να λε, να λύσει τα μάγια.-

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Θα 'θελα να μαι δεκανίκι στα πιο σκληρά μεθύσια σου.
Να μείνω σαν κοχύλι στις πιο μεγάλες θάλασσες που ακούγανε τις φωνές μας.
Θα θελα να σε έβλεπα πριν φύγεις τελευταία φορά με το τρένο γι άλλη πόλη.
Να γίνω ηχώ της ανάσας σου τις ώρες που θα λείπει για δουλειές.
Θα θελα να μενες για πάντα, να ράντιζα ροδόνερο το προσκεφάλι μας, να μύριζε το σπίτι φρέσκο βούτυρο από τους ακανέδες.
Θα θελα να χα μια μικρή να μεγαλώνει με τα μάτια σου, όσο θα λείπεις έξω για δουλειές.
Θα θελα να μη λείπεις.

Θα σε περιμένω είχα πει, χρόνια πριν, τώρα φοβάμαι θα σε ξεχάσω.-τί θα πει; Τίποτα δε θα φτάσει ως τη πόρτα σου.- [τελευτ. τροποποίηση: 25/1/11]

11 Ιανουαρίου 2012

Μια βόλτα [β]

Τα περιστέρια στη σκεπή.
Τα περιστέρια πάνω στη μάντρα.
Τα περιστέρια κι η σιωπή.

Δεξιά, σπίτι με σφραγισμένα παράθυρα, σκουριά και σκόνη.
Και στην ανηφορίτσα, ο κρεμασμένος με τα χέρια ανοιχτά, τα κόκκινα παπούτσια.
Με το Τ. της υπογραφής κάτω δεξιά, σε βρήκα πάλι, σκέφτηκα, τίποτα δεν είναι τυχαίο.

Μια μικρή υποψία φυγής, εσύ, μόνος, δύο τετράγωνα πιο κάτω, να ξερνάς τα ροκαμπίλι μεθύσια σου, κάτω από μπλε φώτα το ξημέρωμα.

Μια υποψία ευτυχίας, τα γατιά που αγκαλιάζονται κατά τύχη όπως αράζει το ένα δίπλα στο άλλο. Εσύ με αθλητικά και τη σακούλα με τα ψώνια.

Μετά νύχτα. Αγχωμένη, να φτάσεις, μόνη. Κι άλλη μόνη, χαμογελάς.

Τη μοναξιά αν την υποτιμήσεις θα σε καταπιεί.
Αν την υπερτιμήσεις θα σε κάνει μισάνθρωπο.
Βρες δρόμο να φεύγεις και να έρχεσαι.
Κοντά της θα 'μαι να σε προσέχω.- 8/1/12


Μια βόλτα [α]



Τέλη του χρόνου, απομεσήμερο, αντηλιά στα νεοκλασικά της Τοσσίτσα. 
Ο δρόμος σε πάει, στην αλάνα στρίψε δεξιά. Μέτρα τα βήματα, δέκα, δεκαπέντε.. είσαι εκεί.
Σκαλιά για του Στρέφη κι αυτή η ανέπαφη ανάμνηση πως ανήκες εδώ από πάντα.
Στη Τσαμαδού έδωσες το πρώτο σου φιλί, κάτω απ' τα πράσινα παραθυρόφυλλα. 
Η σιγουριά πως αυτή ήταν η γειτονιά σου, σ' άλλον καιρό, μακρυά απ' τις κακές μυρωδιές, πριν την αλλοτρίωση. Τριμμένη απ' το χρόνο η όψη κι όμως, άνηκες εκεί.

Μια μικρή ευχή, να 'χες ζήσει εκεί, μαζί μου. Στη σκιά. Σαν σκιά.

Στις ιστορίες μου υπάρχεις πάντα. Όταν αδειάζουν οι μνήμες απ' τα εγγύς στο παρόν, όταν γεμίζει φωνές το σπίτι, όταν δε με θυμάται κανείς, όταν φεύγω.
Επιστρέφεις σα μυρωδιά και σαν ανταύγεια σκοτεινή.

Τώρα, ανήκω εδώ. Ο χρόνος ο τωρινός είναι μάταιος. Χωρίζομαι στα δύο. Να με κρατήσει μισή το παρόν και μισή το τότε.
Έτσι, μισή, ίσως τολμήσεις να με γνωρίσεις.- 8/1/12

14 Δεκεμβρίου 2011

Αγρύπνια

Επέστρεψαν οι φίλες μου οι αϋπνίες και με χάρισαν (σ)τον λόγο τους.
Μέχρι το TEMO να γίνει TEAMO (*) θα μετρώ ψιλαφιστά τις ώρες μέσα από τον κόσμο των λέξεων..

Κι όταν φύγει, θα μείνω να θυμάμαι τα αποσιωπητικά του.. Δεν έγραφε πάντα με αποσιωπητικά, μόνο σε κατάσταση συστολής, κρυβόντουσαν ανάμεσα στις τελίτσες τόσα μυστικά, που η νεκρή γλώσσα των ανθρώπων δε θα μπορούσε να δεσμεύσει..

Μια νύχτα θα φωνάξω: "ΦΤΟΥ ΞΕΛΕΥΤΕΡΙΑ!" και το χώμα θα γίνει πάλι νερό, οι γείτονες θα λένε πώς τρελάθηκαν και γω δε θα μπορώ να τους το πω..



(*) El secreto de sus ojos

4 Δεκεμβρίου 2011

κάτι

   Ένα ζευγάρι ξεπλυμένα γαλάζια μάτια, μάγουλα κόκκινα, άσπρα μαλλιά, είναι ένα πρόσωπο που πάντα μου θυμίζει τον π., δεν είν' αυτός, αυτός που φέτος θα γιορτάσει τα γενέθλια, μια ευχή λιγότερη κι ένα θαύμα πιο κοντά στο να πιστέψω πως οι ενοχές μου ήταν το πιο λάθος χασομέρι μου.
   Τράβα πιο κει, δε με θωρούν πια κείνα τα μάτια και πόσο ψεύτικη που μοιάζω να μιλώ γι αυτά, πως τα κοιτάζω, τα λίγα που τόλμησα, τα τόσα που μπορώ, τίποτα δε θα μείνει.
   Σκόνη στον άνεμο, τον άγριο, σαν την αγάπη της Σιμόν που δε πάλιωσε, σαν τα όνειρά μου όπου πάντα με νικάς και κλαίω παιδί στην αγκαλιά σου, μη σε νοιάζει.
   Μπερδεύονται τα πρόσωπα στο στίχο, στη γραφή, περνάνε και φεύγουν, τη σειρά σου μη χάσεις και μείνω χώμα πριν με γεννήσεις.-

4.12.11




(Ξέρω πως εδώ θα ταίριαζε καλύτερα ένας Άκης αλλά, το προφανές μού είναι περιττό. Προτιμώ το τυχαίο και ξεκάρφωτο..)

18 Νοεμβρίου 2011

φωτιά στο λιμάνι

(πραγματικός διάλογος, την ώρα κείνη, απέναντι απ' τη προβλήτα)

-Δε φοράς κι άσπρο φόρεμα..
-Δεν έχω και κανένα να χωρίσω..



Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν, η καφρουλα έγινε νερό, χύθηκε και τρόμαξε τα βρομόνερα. Σε τούτο δω, απλά υπάρχω. Σωματίδια σκόνης απ' αυτά, που όταν φυσάει σου ερεθίζουν τα μάτια..

7 Οκτωβρίου 2011

ξαφνικά ξυπνάς

 Και ξαφνικά ξυπνάς και ζητάς από τον εαυτό σου να γίνει πάλι εαυτός.
Πού πήγαν κρυμμένοι τόσοι μήνες;
Ποιές μνήμες σε κρατούν στο ακρόνειρο να προσκυνάς;
Μετράς και μένεις.
Και το φευγιό που όμοιό του δεν έχεις φανταστεί, τώρα θα το τολμήσεις.

Και ξαφνικά ξυπνάς και δε μιλείς κουβέντα σε κανένα. 
Ποιός άραγε να καταλάβει;
Σε ποιά αυλάκια να σε χάσει για να σωθεί;
Εσύ κι αυτός, δε θά 'στε ποτέ πια οι ίδιοι.

Και ξαφνικά ξυπνάς και βρίσκεις στεγνό το μαξιλάρι σου.
Πάλι περπάταγε στον ύπνο της, θα πουν.
Τώρα, που ο κόσμος συντελείται, τα θαύματα σιωπούν κι εμείς είναι καιρός ν' αναπαυθούμε.- 7/10/11

9 Αυγούστου 2011

Λόγια του Ιούλη '11


Πότε αλήθεια θα έρθει η στιγμή να με κοιτάξεις και να νιώσεις υγιής;

Θέλω να σε δω γαλήνιο. Το βράδυ, στο πράσινο φεγγάρι.
Θέλω να σε δω πώς είσαι ο εαυτός που κρύβεις.
Έχω κρεμάσει στο παράθυρό μου τις ανάσες απ’ τους φόβους μου.
Κι αυτές οι ανάσες δε ξεψύχησαν ακόμη, πάλλονται απ’ το καρδιοχτύπι.
Μια λέξη πες και θα με πάρουν.
Μια λέξη πες και θα με αφήσουν.
Αν ό,τι έχεις είναι το τίποτα, το προτιμώ απ’ το πολύ μου «κάτι».
Είμαι τρελή εγώ, σου το ‘πα.

Το λάθος είναι που δεν έγινε, όχι ότι έγινε λάθος.
Τα μυρμήγκια ζουν στο χώμα. Το χέρι σου είναι από χώμα.
Κάτι που έχει γίνει, συμβαίνει τώρα.

Ελευθέρια σκέψης σε ένα κόσμο που κυριαρχείται από νόμους της φυσικής;
Μην πέσεις για ύπνο σήμερα πριν από μένα. Θέλω να σε ξαναδώ.

Μ’ έχει πια του χεριού του. Μόνο να το ‘ξερε, όλα θα μπορούσαν ν’ αλλάξουν.
Στον κόσμο τον δικό μου.
Στον κόσμο τον δικό του.
Όλα θα μπορούσαν να αλλάξουν.

«τα όνειρα είναι η πιο έντονη πραγματικότητα»
Η μελάνη και το χαρτί, αιχμηρά αντικείμενα. Ξηρασία.

6 Αυγούστου 2011

Λόγια του Ιούνη '11


Θα σε πονέσει σου λέω, θα σε τσακίσει με μια γρατζουνιά θα δεις πόσο θα ματώσεις. Μα θα ‘ναι για λίγο, το λόγο μου, η γιορτή εκεί έξω δε τελειώνει ποτέ. Πάρε ανάσα και βούτα, λοιπόν, γιατί αν αντισταθείς στη ζωή, θα σε πάει ..όντας ως το τέλος. Ανάσα βαθιά και βούτα, σου  λέω. Δεν είναι πτώση αυτό. Αυτό είναι προσγείωση.


Μια νύχτα στη Καρύτση, απόγεμα προς βράδυ, μετά τη δύση του ήλιου, θα με είδες να εκδηλώνω ξεδιάντροπα όλα τα τραύματά μου, μουτζουρωμένο βλέμμα από τη ζέστη, σώμα ενήλικα και φέρσιμο μικρού παιδιού.
Λίγη παρόρμηση χρειάζεται και ύστερα άντε μάζευε τα σπασμένα. Πρόσεξε όμως πώς θα φερθείς, υπάρχουν άνθρωποι που ερωτεύονται τις λεπτομέρειες.
Μια νύχτα στη Καρύτση, βράδυ πια, να εύχεσαι να σ’ τα ‘χε φέρει η ζωή αλλιώς.. πώς αλλιώς; Δεν υπάρχει εναλλακτική πραγματικότητα..
Αγαπώ τον κόσμο που δε με θεωρεί μάζα ούτε αυτοθεωρείται μοναδικός. Αγαπώ πρώτα τον κόσμο κι ύστερα εσένα, όποιος κι αν είσαι, που αντιλαμβάνεσαι κι αγαπάς τον κόσμο όπως εγώ, και ξέρεις πως μια νύχτα στη Καρύτση δεν είναι αρχή, ούτε τέλος, μόνο μια νύχτα στη συνέχεια του χρόνου που μας απομένει.


Σήμερα ξύπνησα με την αφή σου. Κι όταν ενωθούν τα σώματά μας, δε θα ‘ναι για να δώσεις, αλλά για να επιστρέψεις, που γύριζες στον κόσμο μισός, να γίνεις πάλι ολόκληρος..

Θυμάσαι; Εγώ θυμάμαι πολλά που να με πάρει. Δεν έχω ξεχάσει σχεδόν τίποτα.
Όσο πλησιάζουν μεσάνυχτα, οι λέξεις θα μου επιβάλουν την αλήθεια των κι ας λένε πως το βράδυ οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι στο ψέμα, δεν είναι να τα εμπιστεύεσαι αυτά τα πράγματα..
Μη μου εύχεσαι να γίνω κάποιος. Ευχήσου μου να ζήσω λίγο.

Κι ύστερα άνοιξε τα μάτια, σκοτάδι, μια μουχλαλούδα είχε κουρνιάσει στη γωνία του ταβανιού, μαύρη, κοντά στα σημάδια απ’ την υγρασία.
Τον θάνατό μου δεν τον φοβάμαι. Δε σοκάρομαι.
Θαρρώ το παγωτό μου φέρνει ζάλη. Να ‘ναι απ’ το γήρας;
Θα γελάς τώρα μ’ αυτό, το ξέρω. Και πολύ μου λείπεις, κι αυτό το ξέρω. 


5 Ιουλίου 2011

κπβ

Προσθήκη λεζάντας
Αν ο έρωτας σώνει, γι αυτό ζω.
Κι αν πληγωθώ θα με προσέξεις, αυτό το ξέρω.
Θά 'θελα να αξίζω εσένα, ή κάτι κοντά σε ό,τι είσαι, μα φοβάμαι.
Θά 'ρθω για να σε βρω, μια μέρα.
Είσαι η εικόνα πίσω απ' τα βλέφαρά μου.
Ανωριμώτητες..
Θέλω να σε γνωρίσω.. την αλήθεια; Θέλω να σε ζουλίξω, απαλά, στο μάγουλο, σα να σβύνω το κοκκινάδι απ' το φιλί μου.
Βιάστηκα να πω "ερωτεύτηκα", για μένα παίρνει χρόνο αυτό, πάντα ερωτευόμουν το βλέμμα κάποιου προς τον κόσμο κι όχι το χρώμα των ματιών..
Κι αυτή η νοσταλγία για θερινό και Γούντι το απόγιομα.. Να σε δω εκεί.. -

4/7/11

31 Μαρτίου 2011

Τέλος εποχής

Κάθε φορά που φεύγεις αφήνεις κάτι εδώ. Μια υποψία παρουσίας. Που πια προσμένω τη φυγή σου, πιότερο από τον ερχομό σου. Ήδη σού 'στρωσα χαλί, τί άλλο μένει; 
Ξύπνησα κι είπα: τώρα δα, θα ταξιδεύεις; Έφτασες; Θυμάσαι; Με φοβάσαι; Σου προκαλώ τη λιγοστή, καθώς λένε, συμπάθεια; Άσπρισαν τα μαλλιά μου ή χιόνιζε στα όνειρά σου; 
Θα σε κάνω να εκπλαγείς -ή να εκραγείς. Τί τάχα νά 'ναι το χειρότερο; 

Ανάθεμα στις αντοχές μου, λέω. Και ξαναλέω: Η πιο δίκαια ανταμοιβή τόσης άρνησης, είναι τα τυχαία χαμόγελα. Που σκοντάφτεις τον άλλο στον ώμο και το βλέμμα σας λέει "νιώθω". Ω, όχι. Μη μου παραλογίζεσαι. Τίποτα πονηρό. Θα τό 'λεγα "αδερφικό". Καθ' όλα αδερφικό. Και θεμιτό. Μια δίκαια ανταμοιβή τόσης αυταπάρνησης. 

Κι αύριο που θά 'ναι πάλι  άνοιξη, θα πλέξω μια πλεξούδα τα μαλλιά και θα ζητήσω να με ταξιδέψεις. Στο όνειρο ή στο πραγματικό. 
Κι αύριο που θά 'ναι πάλι το χωρίς πιο δυνατό, θα αφήσω να κοιτώ το φως οι γαρδένιες μου και με τη ψιλή φωνή τους τα βράδια θα μου τραγουδήσουν ή θα γελούν, στη μυστική, δική τους γλώσσα. 

Δε κρατώ κακία σε κανένα τώρα. Μόνο αγάπη λοιπόν, απόψε. breathe in/ breath out, διαλογισμός, ροή ενέργειας, και επανάληψη: Μόνο αγάπη απόψε. Κι αύριο, έχει ο Θεός.-

28 Μαρτίου 2011

Απαγορεύεται η είσοδος

Επιτρέπεται η οικειότητα. Στη καγκελόπορτα της εισόδου ήταν γραμμένο με μαύρο χρώμα το "λαθως" που έχει γεμίσει την Αθήνα. Κάποιος ντελιβεράς είχε στριμώξει στο πόμολο κάτι διαφημιστικά. Νόμιζα πως εδώ δε μένει κανείς.. Να 'ταν αυτό που λένε "σουρεαλιστής";
Όπου τελείωνε το π της πόρτας ξεκινούσε η λαμαρίνα, παχιά, με τις καμπύλες των κεραμιδιών, όμοιες με αυτές που βρίσκεις στα εργοτάξια. Στο πεζοδρόμιο μπιγμένα κάτι χοντρά σίδερα, σαν τις βάσεις νέας κατοικίας. Θέαμα ανεπίτρεπτο ούτε να το κοιτάξεις. Και τότε το 'νιωσα. Εδώ είναι, λοιπόν. Στο δίπλα οικόπεδο -κάποτε θα 'ταν σπίτι εδώ αλλά το γκρέμισαν, σκέφτηκα- σε ένα σκοινί ήταν απλωμένα λίγα ρούχα. Από την άλλη, ένα σύγχρονο τριώροφο, τύπου εργατικής κατοικίας. Εδώ ήταν λοιπόν.
Σκάλα για τον ουρανό, τα παράθυρα του πάνω πατώματος. Ξεχασμένο μου φάνηκε. Τα κλαριά των δέντρων έφταναν ως εκεί. Λες να το γκρεμίσουν τελικά;
Εδώ ήταν λοιπόν.Κάποτε αυτοί οι δρόμοι είχαν τόση ζωή, τα παιδιά παίζανε στους δρόμους, σπίτια χαμηλά, γενιά σμιλευμένη στις κακουχίες των πόλεμων, φτώχεια μα και περηφάνια. Ήλιος να μπαίνει από παντού. Στα σπίτια, στους δρόμους, στις καρδιές.
Ναι, περίμενα να το βρω για να το φωτογραφίσω.Όμως η εικόνα που είδα με ικανοποίησε. Το βαρύ μέταλλο μπορεί μεν να σου απαγορεύει να το κοιτάς, σε δυσκολεύει να το αναγνωρίσεις, ομοίως όμως απαγορεύει την είσοδο -σε όλους. Προφυλάσσει και οριοθετεί τους χώρους του παρελθόντος και του παρόντος.
Θα ξαναρθω, τώρα που έμαθα το δρόμο, θα 'ρχομαι πιο συχνά. Στο παρόν ψάχνω να βρω προσέγγιση, κάπου θα επιστρέφω. Ίσως δεν έγινε τυχαία..


Η ιστορία ξεκινά χρόνια πριν, μια χρονιά λίγο φωτεινή, λίγο σκοτεινή. Έλιωνα τα δίωρα του Οδυσσέα τότε. Έκανα μαθήματα γαλλικών. Τότε ήταν που ήρθαν όλα μαζεμένα., λόγια και θύμισες και πρόσωπα, όλα αναφορικά στον .. , κι είπα να τα ακολουθήσω. Τα βράδια με τα Χειρόγραφα ήταν λυτρωτικά. Τα υπόλοιπα, είναι ιστορία.


Στην Αθανασία ο Κούντερα γράφει πως, ό,τι ανήκει σε κάποιον όσο ζει, όταν πεθαίνει ανήκει σε όλο τον κόσμο. Υλικό, ηθικό ή πνευματικό. Καταργείται με κάποιον τρόπο, η προσωπική ιδιοκτησία -μια πολύ συγκεκριμένη ιδιοκτησία -εκείνη της ζωής. Αυτή τη λεηλασία δε τη δέχομαι.  Απαγορεύεται η είσοδος θα πει, ως εδώ φτάνει η ζωή σου, μη ζητάς περισσότερα.-

11 Φεβρουαρίου 2011

Δεδομένα

Γιατί να γίνω κάποια άλλη, ενώ γεννήθηκα για να είμαι μόνο εγώ;
Τα έζησα όλα τόσο γρήγορα και νωρίς, που μοιάζει πια να μην έχω κάνει τίποτα..
Σήμερα έχω μια ανησυχία απ' το πρωί. Τρέμει η ψυχή μου. Ότι οι υποψίες μου βγήκαν αληθινές. Και λέω ναι, θέλω. Ναι, ζήλεψα. Κι όταν λέω θέλω, εννοώ αυτό που λέει εκείνο το σαχλοτράγουδο.. "σε θέλω πια μόνο για μένα.." ή εκείνο της Πρωτοψάλτη ..Μα τώρα πια, σε θέλω για τον εαυτό μου..♪ Είδες που οι έντεχνοι με τους ποπάδες τα βρίσκουν στις παρυφές; Πάντα το θαύμαζα αυτό. Γιατί όλοι αγαπάμε κι όλοι πονάμε.

Και λέω ναι, απαιτώ τη προσοχή σου. Να με κοιτάς όταν σου μιλάω. Εντάξει, ευχαριστώ.

Ποιος θα τολμήσει να με βγάλει λάθος; Λέω ναι, μόνο όσοι μείναν χωρίς κανέναν και τίποτα, αντιλαμβάνονται πόσο σημαντικό είναι να δίνεις. Οι άλλοι ίσως δε μάθουν ποτέ ούτε να δέχονται. Αδικία; Πες το όπως θες. Συμβαίνει.

Θα χτυπήσω το χέρι στο τραπέζι, θα πεις ότι θύμωσα; Λέω ναι, σε νιώθω. Ξέρω πώς είναι να μιλάς και να μη σε ακούνε. Να δίνεις και να μη δέχεται κανείς.
Η ζωή είναι μικρή, πόσα να προλάβουμε να πούμε; Και έχει σημασία τί θα πούμε; Πάντα πίστευα πως επικοινωνούσαμε σε άλλο επίπεδο, βιομαγνητικό. ότι τα σώματά μας έχουν δική τους μνήμη, και γλώσσα και αντίληψη.

Θυμάμαι κάποιον που είχε πει πως η μυρωδιά των ανθρώπων λέει πολλά.. Ο τρόπος που μυρίζουν όταν λυπούνται, όταν χαίρονται, όταν ερωτεύονται..Θεμελιώνει αισθήματα, τα γεννά ή τα αποτρέπει. Και λέω όχι, δε μπορεί να ερωτεύεσαι κάποιον που δεν έχεις μυρίσει, πώς γίνεται; Ο έρωτας έχει να κάνει με τον κόσμο των αισθήσεων, όχι με τον κόσμο των δεδομένων.
Μη παρεξηγείς, η ανησυχία μου έφταιγε για όλα. Αυτή με κρατάει ζωντανή.-

7 Φεβρουαρίου 2011

Σημειώσεις

Πρέπει να μάθω πάλι να γράφω. Με κούρασαν οι μνήμες, θέλω να τις μοιραστώ μη με κατασπαράξουν.

Με ένα βήμα πριν τη πτώση ή την ανύψωση, δε τολμώ να πω τί μπορώ. Φοβάμαι. Μια γνώση είναι αρκετή να διαλυθείς κι ας απαρτίζεσαι μόνο από δαύτες.

Κουράστηκα να γράφω στα ίδια μοτίβα. Τα ρήματα που φέρνω στο μυαλό μου είναι: στέκομαι, θυμάμαι, φοβάμαι, λυπάμαι. Παθητική φωνή, πρώτο ενικό.

Λοιπόν. Πρέπει να μάθω να γράφω πάλι. Πως λένε οι άνθρωποι "σ' αγαπώ" χωρίς να είναι φορτωμένο απ' τα νέφη της σκέψης σου.

Θέλω αγκαλιά γιατί κρυώνω. Αδειάζω το στόμα μου, τίποτα να μη μείνει ανείπωτο, λόγια καλά, λόγια καλά, όλα να φύγουν. Να ησυχάσει η ψυχή, να λέω σ' αγαπώ και να μη το φορτώνει πια το νέφος απ' τις σκέψεις σου.  -Είδες; το είπα μια φορά και κρατά για πάντα. Μα όχι το ίδιο πάντα..-

3 Φεβρουαρίου 2011

Συστάσεις

Μεγάλωσα περπατώντας στη βροχή και στη δροσιά ενός μενεξεδένιου ηλιοβασιλέμματος χρωστάω την αντοχή μου.

Εγώ παιδί, δε με θυμάμαι, μόνο εικόνες απ' το σπίτι μας κι επισκέψεις σε φίλους τις γιορτές, δυο απογεύματα πριν το γυμνάσιο που αύξησαν τη τιμή μου.
Ύστερα μετακόμιση. Εγώ έφηβος, γαλάζιο παντού. Στις ευχές, στα στολίδια, στα όνειρα.. Ένα υπέροχο καλοκαίρι κι ύστερα το γαλάζιο άρχισε να γίνεται μπλε. Κι ύστερα το μπλε άρχιζε να μαυρίζει.
Εγώ ενήλικας με συστολή, αντικοινωνικότητα, σιωπές και παραβάσεις. Προσωπικές παραβάσεις. Δρόμοι παράλληλα στη γέφυρα, βιαστικό τσιγάρο, στροφή και καληνύχτα.
Μετά δουλειά, παθητικότητα, άγχος, μελαγχολία. Κλειδωμένοι άνθρωποι πίσω απ' τα βλέμματά τους, παρακινδυνευμένες εξομολογήσεις, νύχτες που μυρίζουν φωτιά. Λόγια καμμένα.
Εγώ τώρα να θυμηθώ, προσπαθώ, τί ξεκίνησα. Ένα κλικ πριν τα τριάντα, με την ακμή των δεκαοχτώ ακόμη στο πρόσωπο, δάχτυλα πληγωμένα, να στέκομαι στο ύψος μου, πάντα ίδια...

Οι δρόμοι που δε μας έμαθαν τίποτα είναι αυτοί που δε περπατήσαμε. Όσο μάταια κι αν φαίνονται όλα, κατά βάθος, τίποτα δεν είναι. Κι αν δε συστηθήκαμε, ας το κάνουμε τώρα. -

2 Φεβρουαρίου 2011

δικό σας;

Έχω στο νου 1-2 ανθρώπους που το έζησαν και τώρα πετάνε. Σκέφτομαι πως, αργά ή γρήγορα, θα πετάξω κι εγώ, θα βρω τη δύναμη να τα διαλύσω όλα, τα μέσα τείχη, την εμπάθεια, τον εκφοβισμό. Τώρα όμως, αισθάνομαι όλο και πιο μόνη, κάθε μέρα και πιο πολύ, δε ξέρω αν υπάρχει απόλυτο σε αυτό, ακόμη δοκιμάζομαι.
Θέλω πίσω αυτά που κερδήθηκαν όταν έλειπα. Θέλω να βρουν τα πράματα το δρόμο τους, να βρω τα χρόνια μου τα δεδομένα κι όχι αυτά που κράτησα επιλεκτικά για να τους ευχαριστήσω.
Αφού είμαι μία πια, θα πρέπει να κάνω εγώ κουμάντο σε όλα. Αφού είμαι μία πια, μία θα φταίω για τα καλά, μία και για τα άσχημα.

Τον μισώ τον φόβο. Είναι το πιο απεχθές συναίσθημα. Βρωμάει, γκρινιάζει, τρομάζει, παραδίνεται. Δεν έχει τρόπους, ούτε λογική. Παραφέρεται. Και μου μοιάζει.
♪Πάλι δε βγαίνει η φωνή/ και μες στα φώτα περισσεύω,
Νιώθω καλά μες τη σιωπή/ στην ευτυχία κινδυνεύω..♪

Δε λέω θα γίνω σαν κι εσάς, είμαστε όλοι μοναδικοί, όμως σας έχω για πυξίδα. Εξ' άλλου.. "η χαρά δε κλέβεται, κερδίζεται".
Αγαπώ.-♪♫

25 Ιανουαρίου 2011

Oδός Α.


"Δε ξέρω αν είστε από τους ανθρώπους οι οποίοι θυμούνται πάντα σε ποιον τόπο άφησαν κάποιο μέλος τους, αλλά θα είχε ενδιαφέρον αν μαθαίναμε έτσι τη γεωγραφία. Με το τί παράγει κάθε νομός ή με ποιόν συνορεύει, που μας λέγανε στο σχολείο, προσωπικά, ούτε πού πέφτει η Καλαμάτα δε ξέρω. Ρωτήστε με όμως πού βρίσκεται ο αριστερός λοβός του εγκεφάλου μου, το δεξί μισό μου χαμόγελο, και θα σας πω αμέσως. Με οδό και αριθμό"
(Στέλλα Βλαχογιάννη, "Μη παίζεις με τα χώματα")

έτσι έγινε και με την οδό Α., μια Παρασκευή μεσημέρι, άφησα εκεί για πάντα ένα κομμάτι μου, που το ξαναβρίσκω μόνο όταν τη περπατώ. Η αποκόλληση έγινε εν αγνοία μου, αλλά δεν την εμπόδισα.  Και κράτησε σχεδόν όσο διαρκεί ένα τραγούδι.-

Παρορμητικά

Προσπαθώ να καταλάβω.
Πρώτ' απ' όλα, ξεκαθαρίζω, το φταίξιμο είναι όλο δικό μου.
Φοβάμαι πως δε θα αλλάξει τίποτα. Πως θα είναι έτσι για πάντα. Πως δεν είμαι αρκετά καλή για κανένα. Πως θα είμαι πολλή.
Τί περιμένω να ζήσω; Τρέμω απο φόβο σου λέω ότι τα χάνω όλα.
Πολλή μοναξιά, ναι. Παρακάτω; Δεν έχει μείνει ούτε το μηδέν για να ξεκινήσω.
Ζωή δεν είναι μόνο ό,τι με ευχαριστεί. Κι από το να μη βλέπω ένα πρόβλημα και να κάνω κάτι να με φτιάχνει, προτιμώ να πέφτω. Απότομα, μια κι έξω, τρομαγμένη, παγωμένη, κουρασμένη, μόνη.
Είναι πράγματα του εγώ μου που αν σ'τα πω, θα τρομάξεις.
Γιατί αισθάνομαι πως είναι αργά; Θα προσπαθήσω να γράψω κι άλλη μια φορά, μα όχι απόψε. Ας κάνει το οινόπνευμα τα κόλπα του και θα τα ξαναπούμε. Όσο είναι εδώ αυτός ο φόβος, θα επιστρέφω πάντα. Μέχρι κάποιος να μου πει να μη φοβάμαι, θα περάσει, όλα για τους ανθρώπους είναι, δε χάθηκε κι ο κόσμος, θα ξαναγεννηθούμε, γιατί ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσει κανείς ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. -και πόσο τα λαχταρώ, να ρθουν με τις δροσιές της άνοιξης, που ξεχασα να μεγαλώσω, γιατί αυτό τους έδειχνα, και τώρα ξέχασα ποια είμαι και πού πάω.
"Δε πειράζει", θα μου πει, "θα ρθουν στιγμές που θα χάσεις το δρόμο σου, μόνο για να ζήσεις τη διαδρομή μέχρι να τον βρεις πάλι."
Κι ύστερα θα σβήσει το φως, θα μ' αγκαλιάσει, κι έξω απ' το παράθυρό μου ο πόλεμος θα' χει τελειώσει.-